Ντόπιοι συγκεντρώνονται για πρωινό καφέ στο καφενείο του Κλάρη στην Κάσο
*** Ο Robert McCabe γεννήθηκε το 1934 στο Σικάγο. Ο πατέρας του εργαζόταν για μια εφημερίδα στη Νέα Υόρκη κάνοντας φωτορεπορτάζ και, το 1939, του έκανε δώρο μια μηχανή Kodak Baby Brownie. Έτσι, ο McCabe άρχισε να φωτογραφίζει από την ηλικία των πέντε ετών.
Στην αρχή προσπαθούσε να βγάλει φωτογραφίες με δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και συγκέντρωσε εικόνες από τυφώνες, πνιγμούς και ατυχήματα αυτοκινήτων και τρένων. Κατά τη διάρκεια τριών ετών που πέρασε στη δυτική Μασαχουσέτη, όπου τα δραματικά συμβάντα ήταν ελάχιστα, το ενδιαφέρον του στράφηκε στους ανθρώπους, τη νεκρή φύση και το τοπίο.
Τράβηξε τις πρώτες φωτογραφίες του στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού το 1954 στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα ενώ ήταν προπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Princeton. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1955 και στη συνέχεια το 1957, χρονιές που ταξίδεψε πολύ στο Αιγαίο, φωτογραφίζοντας με μηχανή Rolleiflex και φιλμ Plus-X. Το 1957 τράβηξε μια σειρά έγχρωμων φωτογραφιών στα ελληνικά νησιά μετά από αίτημα της National Geographic Society.
Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εκτέθηκαν για πρώτη φορά το 1954 και το 1955 στη βιβλιοθήκη Firestone στο Princeton και σε μια περιοδεύουσα έκθεση που ακολούθησε. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε στην τηλεόραση μαζί με τον Πρέσβη Γιώργο Μελά παρουσιάζοντας ένα φωτογραφικό ταξίδι στην Ελλάδα.
*** …«Η φιλοξενία προς τον ξένο ήταν κάτι το εξαιρετικό» τονίζει ο McCabe. «Οι Έλληνες φέρονταν στον επισκέπτη σαν να ήταν το τιμώμενο μέλος της οικογένειάς τους. Θα σας διηγηθώ το δικό μου παράδειγμα, όταν πήγα στην Ίο, μαζί με έναν φίλο που ήταν ο οικογενειακός μας γιατρός στη Νέα Υόρκη. Ο δήμαρχος του νησιού, του παραχώρησε το κρεβάτι του και κοιμήθηκε στο πάτωμα, σαν να ήταν το φυσιολογικότερο πράγμα στον κόσμο. Για τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν τρελό. Στη Σαντορίνη, ένα ακόμα παράδειγμα από το 1963: Την επισκεφθήκαμε παρέα με τον γιατρό που σας έλεγα. Όσες ημέρες μείναμε εκεί, τρώγαμε πρωί – βράδυ στη μοναδική ταβέρνα του νησιού, στον Λουκά στα Φηρά. Ήταν ένας πρόσχαρος, φτωχός άνθρωπος. Μετά από κάθε γεύμα πηγαίναμε να πληρώσουμε τον λογαριασμό για την παρέα μας, που ήταν συνολικά πέντε άτομα. Μας έλεγε πάντα «Αύριο». Την τελευταία ημέρα πια, όταν πήγα να κλείσω τον λογαριασμό, αρνήθηκε να πάρει χρήματα και μου είπε με τις λιγοστές ξένες λέξεις που ήξερε. Μας είπε
“Souvenir”. Ήθελε να φύγουμε από την πατρίδα του και να έχουμε καλές αναμνήσεις».
Η Ελλάδα του Robert A. McCabe: Η φωτογραφική περιπέτεια ενός φιλέλληνα
Συλλεκτική έκδοση της «Καθημερινής της Κυριακής» (4/5/2024)





