Ζούμε σε μια εποχή όπου η σιωπή έχει γίνει σχεδόν ύποπτη. Κάθε κενό διάστημα καλείται να γεμίσει με έναν ήχο, μια ειδοποίηση, μια εικόνα. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μάθει να φοβάται το τίποτα, σαν η σιωπή να είναι απόδειξη αποτυχίας και όχι ευκαιρία.
Κι όμως, η σιωπή δεν είναι απουσία. Είναι χώρος. Μέσα σε αυτόν τον χώρο γεννιούνται σκέψεις που δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στην επιφάνεια όταν όλα γύρω μας βουίζουν. Η δημιουργικότητα, η αυτογνωσία, ακόμη και η πραγματική επικοινωνία με τους άλλους, χρειάζονται αυτό το κενό για να αναπνεύσουν.
Η διαρκής σύνδεση που μας προσφέρει η τεχνολογία δεν είναι από μόνη της το πρόβλημα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η σύνδεση γίνεται υποκατάστατο της παρουσίας, όταν προτιμάμε το μήνυμα από τη ματιά, την ειδοποίηση από τη σιωπηλή στιγμή δίπλα σε κάποιον. Δεν χρειάζεται να απορρίψουμε τα εργαλεία μας· χρειάζεται να θυμηθούμε ότι είμαστε εμείς που τα χρησιμοποιούμε, και όχι το αντίστροφο.
Πολλοί βλέπουν σε αυτή τη διαρκή διέγερση ένα σημάδι παρακμής, μια απόδειξη ότι χάνουμε την ικανότητα να είμαστε παρόντες. Η ανησυχία αυτή δεν είναι αβάσιμη. Όμως κάθε εποχή είχε τους δικούς της περισπασμούς, και κάθε γενιά βρήκε τελικά τον τρόπο να επανακτήσει όσα φοβόταν ότι έχανε. Ίσως η δική μας πρόκληση δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια φανταστική απλότητα του παρελθόντος, αλλά να μάθουμε να επιλέγουμε συνειδητά πότε μιλάμε και πότε σιωπούμε.
Η σιωπή, τελικά, δεν είναι κενό που πρέπει να γεμίσουμε. Είναι η προϋπόθεση για να ακούσουμε καθαρά —τον εαυτό μας, τον άλλον, και το νόημα που κρύβεται πίσω από τον θόρυβο.





