Σήμερα, οι μεγάλες μας ήττες δεν έχουν πια μορφή τραγωδίας. Έχουν μορφή σιωπής. Σιωπής που συσσωρεύεται, που βαραίνει, που τελικά καθορίζει τις ζωές μας.
Στην κλασική τραγωδία (αρχαιοελληνική ή σαιξπηρική), η ήττα είναι μεγαλειώδης, ηχηρή, καταστροφική και δημόσια: φόνοι, αυτοκτονίες, πτώσεις βασιλέων, κατάρα θεών, αίμα και κραυγές ή φέρνουν μια δημόσια κάθαρση.
Σήμερα οι πραγματικές, βαθιές ήττες μας δεν είναι πια τέτοιες. Δεν έχουν δραματική μορφή, δεν προκαλούν καθαρτικό κλάμα ή κάθαρση. Είναι πιο ύπουλες και λιγότερο θεαματικές. Έχουν μορφή σιωπής.
Η σύγχρονη ήττα είναι σιωπηλή. Δεν εκφράζεται με λόγια, κραυγές ή εξωτερική δράση. Είναι η απουσία φωνής, η μη-εκδήλωση, η συγκράτηση, η καταπίεση. Άνθρωποι που ονειρεύονται μεγάλα πράγματα (να γράψουν, να αγαπήσουν, να φύγουν από την επαρχία) αλλά τελικά μένουν σιωπηλοί, συμβιβάζονται, πνίγουν τα συναισθήματά τους μέσα στην καθημερινότητα. Δεν υπάρχει μεγάλο φινάλε – μόνο ένας σιωπηλός μαρασμός, που τελικά καθορίζει τις ζωές μας.
Οι αποτυχίες μας (σε σχέσεις, καριέρα, όνειρα, πολιτική, αυτοπραγμάτωση) σπάνια παίρνουν τη μορφή μεγάλης κρίσης ή επανάστασης) παίρνουν τη μορφή σιωπής: δεν μιλάμε για το πώς νιώθουμε, δεν διεκδικούμε, δεν φωνάζουμε, δεν κλαίμε δημόσια. Απλώς σωπαίνουμε, συνεχίζουμε, «το παίρνουμε απόφαση».
Αυτή η σιωπή δεν είναι κενή· είναι βαριά και συσσωρευτική. Με τον καιρό δημιουργεί μια εσωτερική πίεση που διαμορφώνει τον χαρακτήρα μας, τις επιλογές μας, ακόμα και την ταυτότητά μας.
Η ήττα μας λοιπόν δεν είναι πια ηρωική ούτε καν τραγική με την παλιά έννοια. Είναι υπαρξιακή σιωπή – και ακριβώς επειδή είναι σιωπηλή, είναι τόσο δύσκολο να την αντιμετωπίσουμε ή να την αλλάξουμε. Με λίγα λόγια στον 21ο αιώνα, η μεγαλύτερη τραγωδία είναι ότι δεν υπάρχει πια τραγωδία – μόνο η αθόρυβη, βαριά, καθοριστική σιωπή που μας τρώει από μέσα.





