Χάνα Άρεντ

«Η κοινοτυπία του κακού δεν προέρχεται από τέρατα. Προέρχεται από απλούς ανθρώπους που παύουν να σκέφτονται. Ο Άιχμαν δεν ήταν δαιμονικός· ήταν απλώς banal. Ακολουθούσε μόνο οδηγίες, έκανε τη δουλειά του και δεν σκεφτόταν. »

*** Η φράση αυτή της Χάνα Άρεντ που προέρχεται από το βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» (1963), διατυπώθηκε αφού παρακολούθησε τη δίκη του Άντολφ Άιχμαν, ενός εκ των βασικών οργανωτών του Ολοκαυτώματος.

Τι σημαίνει «Η κοινοτυπία του κακού» (Banality of Evil);

Η Άρεντ δεν λέει ότι το κακό είναι «μικρό» ή ασήμαντο. Λέει ότι δεν προέρχεται απαραίτητα από δαιμονικά, σατανικά, εξαιρετικά μοχθηρά άτομα (τέρατα), όπως συχνά φανταζόμαστε.

Αντίθετα, το μεγαλύτερο κακό στην ιστορία μπορεί να προέλθει από τελείως συνηθισμένους, μέτριους ανθρώπους που απλώς σταματούν να σκέφτονται κριτικά.

Βασικά σημεία της ιδέας:

  1. Ο Άιχμαν δεν ήταν δαίμονας Στη δίκη, ο Άιχμαν δεν έδειχνε ιδιαίτερο μίσος ούτε ψυχοπαθητική προσωπικότητα. Ήταν ένας γραφειοκράτης, φιλόδοξος, μετριότατος, που μιλούσε με κλισέ και γραφειοκρατική γλώσσα. Δεν σκεφτόταν τις ηθικές συνέπειες των ενεργειών του. Έλεγε συνεχώς ότι «ακολουθούσε διαταγές», ότι «έκανε τη δουλειά του», και ότι ήταν απλώς ένα γρανάζι σε ένα τεράστιο σύστημα.
  2. Η σκέψη (thinking) ως ηθική άμυνα Για την Άρεντ, η ικανότητα να σκέφτεσαι – να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου, να εξετάζεις τις συνέπειες των πράξεών σου, να αμφισβητείς τις εντολές – είναι αυτό που μας κάνει ηθικούς. Όταν κάποιος παύει να σκέφτεται (thoughtlessness), γίνεται ικανός για το απόλυτο κακό χωρίς να νιώθει ιδιαίτερα ένοχος.
  3. Δεν είναι δικαιολογία, είναι εξήγηση Η Άρεντ δεν αθωώνει τον Άιχμαν. Τον θεωρούσε πλήρως υπεύθυνο και υποστήριξε την εκτέλεσή του. Απλώς έλεγε ότι το κακό δεν χρειάζεται μεγάλη «βαθύτητα» ή ιδιοφυΐα. Αρκεί η συμμόρφωση, η γραφειοκρατία, η απουσία φαντασίας και η υπακοή στην εξουσία.

Γιατί ήταν επαναστατική (και αμφιλεγόμενη) η ιδέα;

  • Πολλοί ήθελαν να δουν τον Ναζισμό ως έργο «τέρατων» (τέρατα = ξένα, μη ανθρώπινα). Η Άρεντ έλεγε: «Όχι. Μπορεί να συμβεί σε εμάς». Είναι μια προειδοποίηση για κάθε γραφειοκρατικό, ολοκληρωτικό ή ιεραρχικό σύστημα.
  • Δείχνει ότι το κακό μπορεί να είναι «βαρετό» (banal = κοινότυπο, τετριμμένο). Δεν χρειάζεται δράμα, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα κακός ως άτομο. Αρκεί να μην αναρωτιέται «τι κάνω πραγματικά;».

Σύγχρονη σημασία

Η φράση χρησιμοποιείται συχνά σήμερα για:

  • Γραφειοκράτες που εκτελούν άδικες πολιτικές χωρίς να σκέφτονται.
  • Στρατιωτικούς ή υπαλλήλους που λένε «απλώς ακολουθώ εντολές».
  • Φαινόμενα όπως η συμμόρφωση σε πειράματα (π.χ. πείραμα Milgram) ή η διάχυση ευθύνης σε μεγάλους οργανισμούς.

Με λίγα λόγια: Το πιο επικίνδυνο δεν είναι πάντα ο φανερός «κακός». Είναι ο συνηθισμένος άνθρωπος που σταματά να σκέφτεται και μετατρέπεται σε γρανάζι μιας μηχανής καταστροφής. Η σκέψη είναι ηθική πράξη. Η απουσία της μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη πηγή κακού.