Γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance)

Η γνωστική ασυμφωνία είναι η ψυχική δυσφορία ή εσωτερική ένταση που βιώνει ένα άτομο όταν οι πεποιθήσεις, οι αξίες ή οι σκέψεις του έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τη συμπεριφορά του ή με νέες πληροφορίες που δέχεται. Η θεωρία αυτή διατυπώθηκε το 1957 από τον Αμερικανό κοινωνικό ψυχολόγο Leon Festinger. Ο Festinger υποστήριξε ότι οι άνθρωποι έχουν μια έμφυτη ανάγκη για εσωτερική συνοχή και ισορροπία. Όταν αυτή η ισορροπία διαταράσσεται, το μυαλό αναζητά αυτόματα τρόπους για να μειώσει την ένταση.

Κλασικά Παραδείγματα
    • Το κάπνισμα: Ένας καπνιστής γνωρίζει ότι το κάπνισμα προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας (πεποίθηση), αλλά συνεχίζει να καπνίζει (συμπεριφορά). 
    • Ηθικές αξίες: Ένας άνθρωπος που θεωρεί την ειλικρίνεια ως την ανώτερη αξία (πεποίθηση), αναγκάζεται να πει ένα μεγάλο ψέμα στη δουλειά του για να μην απολυθεί (συμπεριφορά).
    • Καταναλωτικές συνήθειες: Αγοράζετε ένα πανάκριβο προϊόν ενώ ξέρετε ότι δεν έχετε τα οικονομικά περιθώρια, νιώθοντας αμέσως μετά τύψεις ή την ανάγκη να δικαιολογήσετε την αγορά.

Πώς Αντιμετωπίζουμε τη Γνωστική Ασυμφωνία;
Για να απαλλαγεί από το δυσάρεστο αυτό συναίσθημα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος επιστρατεύει υποσυνείδητα διάφορους μηχανισμούς άμυνας: 
  1. Αλλαγή της συμπεριφοράς: Το άτομο ευθυγραμμίζει τις πράξεις του με τις πεποιθήσεις του (π.χ. κόβει το κάπνισμα). 
  2. Αλλαγή της πεποίθησης: Τροποποιεί τη σκέψη του για να ταιριάζει με την πράξη (π.χ. «δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι το κάπνισμα βλάπτει»).
  3. Εκλογίκευση ή προσθήκη νέων στοιχείων: Δημιουργεί δικαιολογίες για να μειώσει τη σημασία της σύγκρουσης (π.χ. «ο παππούς μου κάπνιζε δύο πακέτα την ημέρα και έζησε μέχρι τα 95» ή «το κάπνισμα με βοηθάει να μην έχω άγχος»). 
  4. Άρνηση ή αγνόηση των πληροφοριών: Αποφεύγει συστηματικά ειδήσεις, άρθρα ή συζητήσεις που αποδεικνύουν ότι η συμπεριφορά του είναι λανθασμένη