Χάνα Άρεντ

«Η θέληση για δύναμη, όπως την αντιλαμβανόταν η σύγχρονη εποχή από τον Χομπς μέχρι τον Νίτσε, απέχει πολύ από το να είναι χαρακτηριστικό των ισχυρών, αλλά, όπως ο φθόνος και η απληστία, συγκαταλέγεται στα ελαττώματα των αδύναμων, και πιθανώς ακόμη και στο πιο επικίνδυνο. Η δύναμη πράγματι διαφθείρει όταν οι αδύναμοι ενώνονται για να καταστρέψουν τους ισχυρούς, αλλά όχι πριν.»

– Η φράση αυτή προέρχεται από το βιβλίο της Χάνα Άρεντ “Η ανθρώπινη κατάσταση” (The Human Condition, 1958). Στο απόσπασμα εδώ η Άρεντ επιτίθεται στη σύγχρονη (από τον Χομπς μέχρι τον Νίτσε) αντίληψη της «θέλησης για δύναμη» (Wille zur Macht / will to power). Λέει ότι αυτή η έννοια, είτε την εγκωμιάζει κανείς (Νίτσε) είτε την καταγγέλλει, δεν περιγράφει πραγματικά τους ισχυρούς. Αντίθετα, είναι χαρακτηριστικό των αδύναμων — όπως ο φθόνος και η απληστία.

Η Χάνα Άρεντ δεν αναπτύσσει εδώ μια πλήρη ψυχολογική θεωρία του φθόνου και της απληστίας. Χρησιμοποιεί αυτές τις δύο έννοιες ως παραδείγματα για να δείξει κάτι βαθύτερο: ότι ορισμένα «πάθη» δεν γεννιούνται από την πληρότητα ή την υπεροχή, αλλά από την έλλειψη και την αδυναμία.

Η βασική λογική της Άρεντ

Για την Άρεντ:

  • Ο ισχυρός (με την έννοια της δύναμης) έχει ήδη αυτό που είναι. Δεν χρειάζεται να το «θέλει» με εμμονή, ούτε να το αρπάξει από άλλους. Η δύναμή του είναι ιδιότητα του ίδιου του εαυτού του.
  • Ο αδύναμος, αντίθετα, βιώνει μια έλλειψη. Βλέπει στον άλλον κάτι που ο ίδιος δεν έχει (ικανότητα, υπεροχή, δημιουργικότητα, αυτονομία) και αντιδρά με φθόνο ή απληστία.

Γι’ αυτό ο φθόνος και η απληστία δεν είναι «ουδέτερα» ανθρώπινα συναισθήματα. Είναι αντιδράσεις που προϋποθέτουν μια θέση αδυναμίας. Ο φθονερός δεν θαυμάζει ούτε προσπαθεί να γίνει ίσος με αυτόν που φθονεί· θέλει να τον κατεβάσει, να τον καταστρέψει ή να του πάρει αυτό που έχει. Η απληστία λειτουργεί παρόμοια: δεν είναι απλώς επιθυμία για περισσότερα, αλλά ατέρμονη ανάγκη να καλύψει ένα κενό που ποτέ δεν γεμίζει.

Η σύνδεση με τον Νίτσε (που η Άρεντ έχει στο μυαλό της)

Η Άρεντ αντλεί εδώ από μια μακρά παράδοση, κυρίως από τον Νίτσε. Στο Περί της γενεαλογίας της ηθικής, ο Νίτσε περιγράφει τον ressentiment (το μνησίκακο αίσθημα) ως το βασικό ψυχολογικό μηχανισμό των αδυνάμων:

  • Ο ισχυρός λέει «ναι» στη ζωή και στον εαυτό του.
  • Ο αδύναμος δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Αντί να δημιουργήσει αξίες από τη δική του πληρότητα, ορίζει το «καλό» ως το αντίθετο αυτού που είναι ο ισχυρός. Ο φθόνος γίνεται τότε η κινητήρια δύναμη: «Εφόσον δεν μπορώ να είμαι σαν εκείνον, θα τον κάνω να φαίνεται κακός».

Η Άρεντ συμφωνεί σε αυτό το σημείο με τον Νίτσε, αλλά τον αντιστρέφει: ακόμα και η ίδια η «θέληση για δύναμη» που ο Νίτσε εγκωμιάζει, είναι στην πραγματικότητα έκφραση αυτής της αδυναμίας. Δεν είναι το χαρακτηριστικό του κυρίου, αλλά του δούλου που θέλει να γίνει κύριος επειδή δεν αντέχει να μην είναι.

Γιατί αυτό είναι επικίνδυνο πολιτικά

Εδώ βρίσκεται η ουσία για την Άρεντ. Όταν οι αδύναμοι ενώνονται, ο φθόνος και η απληστία μπορούν να μετατραπούν σε συλλογική δύναμη, ισχύ. Τότε η δύναμη δεν χρησιμοποιείται για να δημιουργήσει κάτι νέο στον δημόσιο χώρο, αλλά για να καταστρέψει την ατομική ισχύ (δύναμη) όσων ξεχωρίζουν. Αυτό είναι, κατά την Άρεντ, η πραγματική διαφθορά της εξουσίας: όταν γίνεται όργανο της αδυναμίας και του φθόνου.

Με λίγα λόγια:

  • Ο φθόνος και η απληστία είναι χαρακτηριστικά των αδυνάμων γιατί γεννιούνται από την έλλειψη και την αδυναμία να υπάρξεις από μόνος σου.
  • Ο πραγματικά ισχυρός δεν φθονεί ούτε αρπάζει· απλώς είναι.
  • Όταν όμως οι αδύναμοι αποκτούν συλλογική δύναμη, μπορούν να κάνουν τον φθόνο τους πολιτικά αποτελεσματικό — και αυτό είναι, για την Άρεντ, το πιο επικίνδυνο.