Οι καλύτεροι συνομιλητές είναι αυτοί που ξέρουν να ακούν.
Έχουμε συνδέσει τον «καλό συνομιλητή» με έναν άνθρωπο εξωστρεφή, που έχει πάντα να διηγηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία ή να πετάξει μια έξυπνη ατάκα. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Δεν χρειάζεται να μιλάς ασταμάτητα για να είσαι καλός στην επικοινωνία· πρέπει, κυρίως, να ξέρεις να ακούς.
Οι περισσότεροι από εμάς, την ώρα που ο άλλος μιλάει, βιώνουμε μια εσωτερική αγωνία για το τι θα απαντήσουμε στη συνέχεια. Καταστρώνουμε το επόμενο επιχείρημά μας και, ουσιαστικά, παύουμε να είμαστε παρόντες στη συζήτηση.
Οι ψυχολόγοι τονίζουν ότι η λύση βρίσκεται στην ενεργητική ακρόαση. Όταν αφήνουμε στην άκρη το άγχος της επόμενης ατάκας και δίνουμε πραγματική προσοχή στα λόγια του άλλου, συμβαίνει μια διπλή αλλαγή:
* Μειώνεται το κοινωνικό άγχος: Η πίεση μετατοπίζεται από εμάς προς τον συνομιλητή μας, απελευθερώνοντάς μας από το βάρος του να «εντυπωσιάσουμε».
* Βαθαίνει η κατανόηση: Μπορούμε να νιώσουμε και να καταλάβουμε πραγματικά τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, χτίζοντας ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας.
Ένας εξαιρετικός συνομιλητής, τελικά, δεν κρίνεται από το πόσο μιλάει. Κρίνεται από το πόσο χώρο δίνει στον άλλον να ακουστεί και να νιώσει ότι η ιστορία του έχει πραγματική αξία.
Θέλεις να προσθέσουμε στο άρθρο κάποια συγκεκριμένη τεχνική για το πώς να εφαρμόζει κανείς την ενεργητική ακρόαση στην καθημερινότητά του (π.χ. γλώσσα του σώματος, διευκρινιστικές ερωτήσεις) ή μήπως προτιμάς να το κρατήσουμε σύντομο και εστιασμένο στο ψυχολογικό κομμάτι;




