Η αυστηρά ορθολογική προσέγγιση του Μπέρτραντ Ράσελ, αν και εξαιρετικά δημοφιλής, έχει δεχθεί έντονη κριτική από διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα. Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι ο ορισμός που δίνει για την «πίστη» είναι υπεραπλουστευμένος και ότι η ανθρώπινη γνώση και εμπειρία είναι πολύ πιο περίπλοκες.
Οι κυριότερες φιλοσοφικές ενστάσεις απέναντι στη θέση του Ράσελ συνοψίζονται στα εξής σημεία:
1. Η ένσταση του Πραγματισμού (William James)
Ο Αμερικανός φιλόσοφος Γουίλιαμ Τζέιμς, στο διάσημο έργο του The Will to Believe (Η Θέληση για Πίστη), απάντησε έμμεσα σε θέσεις όπως αυτή του Ράσελ.
• Το επιχείρημα: Υπάρχουν ζωτικά υπαρξιακά ερωτήματα στα οποία η επιστημονική απόδειξη (evidence) είναι αδύνατον να απαντήσει (π.χ. αν η ζωή έχει νόημα, αν οι άνθρωποι είναι κατά βάση καλοί, ή αν υπάρχει Θεός).
• Η κριτική: Σε αυτές τις περιπτώσεις, η άρνηση λήψης απόφασης (ο σκεπτικισμός του Ράσελ) είναι από μόνη της μια επιλογή με αρνητικές συνέπειες. Ο Τζέιμς υποστήριξε ότι η πίστη μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: το να πιστεύεις σε κάτι χωρίς αρχικές αποδείξεις (π.χ. στην ικανότητά σου να ξεπεράσεις μια αρρώστια ή στη φιλία ενός ανθρώπου) είναι αυτό ακριβώς που δημιουργεί το θετικό αποτέλεσμα.
2. Η ανάγκη για «Βασικές Πίστεις» (Φιλοσοφική Θεμελιοκρατία)
Πολλοί φιλόσοφοι της γνωσιολογίας επισημαίνουν ένα λογικό παράδοξο στη θέση του Ράσελ.
• Το επιχείρημα: Για να αποδείξουμε οτιδήποτε, πρέπει να ξεκινήσουμε από κάποιες αρχικές παραδοχές τις οποίες δεν μπορούμε να αποδείξουμε. Για παράδειγμα, η ίδια η επιστήμη βασίζεται στην «πίστη» ότι οι αισθήσεις μας δεν μας ξεγελούν, ότι το σύμπαν λειτουργεί με ομοιόμορφους νόμους και ότι το μέλλον θα μοιάζει με το παρελθόν.
• Η κριτική: Αν απορρίψουμε κάθε πεποίθηση που δεν βασίζεται σε προηγούμενη απόδειξη, οδηγούμαστε σε έναν απόλυτο σκεπτικισμό όπου δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα – ούτε καν ότι δύο και δύο κάνουν τέσσερα, καθώς πρέπει πρώτα να εμπιστευτούμε τυφλά τους κανόνες της λογικής.
3. Η παρερμηνεία της θρησκευτικής πίστης (Υπαρξισμός & Φιντεϊσμός)
Θεολόγοι και υπαρξιστές φιλόσοφοι (όπως ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ) υποστηρίζουν ότι ο Ράσελ παρερμηνεύει τη φύση της θρησκευτικής πίστης, αντιμετωπίζοντάς την σαν να ήταν μια «κακή επιστημονική θεωρία».
• Το επιχείρημα: Η θρησκευτική πίστη δεν είναι μια προσπάθεια υποκατάστασης των μαθηματικών ή της φυσικής. Δεν είναι η τυφλή αποδοχή ενός γεγονότος ελλείψει στοιχείων, αλλά μια υπαρξιακή στάση εμπιστοσύνης, αφοσίωσης και αναζήτησης νοήματος.
• Η κριτική: Ο Κίρκεγκωρ μίλησε για το «άλμα της πίστης» (leap of faith), υποστηρίζοντας ότι η πίστη αποκτά αξία ακριβώς επειδή υπάρχει αντικειμενική αβεβαιότητα. Αν υπήρχαν αποδείξεις, δεν θα μιλούσαμε για ελεύθερη πνευματική επιλογή, αλλά για απλή αποδοχή του προφανούς.
4. Η ψευδαίσθηση της «Καθαρής Λογικής» και το Strife
Ο Ράσελ θεωρεί ότι οι αποδείξεις φέρνουν ειρήνη, ενώ τα συναισθήματα φέρνουν τη σύγκρουση (strife). Η ιστορία του 20ού αιώνα όμως έδειξε μια άλλη πραγματικότητα.
• Το επιχείρημα: Πολιτικά συστήματα που αυτοπαρουσιάστηκαν ως απόλυτα ορθολογικά, επιστημονικά και απαλλαγμένα από θρησκευτικές «πίστεις» (όπως ορισμένα ολοκληρωτικά καθεστώτα βασισμένα στον επιστημονικό υλισμό) οδήγησαν σε μερικές από τις χειρότερες συγκρούσεις στην ιστορία.
• Η κριτική: Οι άνθρωποι μπορούν να διαφωνήσουν βίαια ακόμα και για την ερμηνεία των «αποδείξεων». Η λογική χωρίς συναίσθημα (χωρίς ενσυναίσθηση ή ηθικές αξίες, οι οποίες δεν αποδεικνύονται εργαστηριακά) μπορεί να γίνει εξαιρετικά σκληρή και καταστροφική.





